ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΕΣ ΑΛΛΕΡΓΙΕΣ

Αλλεργία είναι η υπερβολική αντίδραση του αναπνευστικού και αμυντικού συστήματος του οργανισμού σε διάφορες ουσίες, όπως σκόνη, γύρεις ή τροφές, οι οποίες είναι αβλαβείς στους περισσότερους ανθρώπους.

Οι αλλεργικές αντιδράσεις εκδηλώνονται συνήθως με συμπτώματα από το αναπνευστικό σύστημα, όταν προσβάλλουν τους πνεύμονες, από τη μύτη, τα μάτια, το δέρμα και το γαστρεντερικό σύστημα. Οι πιο σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να προκαλέσουν απειλητική για τη ζωή αναφυλακτική αντίδραση (αλλεργικό shock).


Τα συμπτώματα συνήθως περιλαμβάνουν:

  • Πταρμούς (φτέρνισμα)
  • Κνησμό, ξηρότητα οφθαλμών ή δακρύρροια
  • Ρινική συμφόρηση (μπούκωμα) μύτης ή καταρροή
  • Πομφούς ή εξανθήματα
  • Δυσκολία στην αναπνοή (άσθμα)

Το άσθμα είναι μια χρόνια φλεγμονή των βρόγχων που μπορεί να εμφανισθεί εξαιτίας αλλεργικής αντίδρασης σε ουσίες (αλλεργιογόνα), όπως γύρεις, ιοί, καπνός, χημικά σπρέι κ.λπ. Εάν δεν αντιμετωπισθούν γρήγορα και σωστά τα επεισόδια του άσθματος μπορεί να είναι και επικίνδυνα για τη ζωή.


Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν συνήθως:

  • Βήχα και σφύριγμα (συριγμός)
  • Δυσκολία στην αναπνοή (βρογχόσπασμος)
  • Βάρος ή σφίξιμο στο στήθος
  • Εύκολη κόπωση

Οι αλλεργίες είναι η πιο συχνή αιτία του άσθματος. Οι αλλεργίες και το άσθμα προσβάλλουν ένα στους εννέα ενήλικες και ένα στα πέντε παιδιά, με αρνητικές επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής. Την τελευταία δεκαετία τα κρούσματα υπερδιπλασιάστηκαν, λόγω του τρόπου ζωής και της υπερβολικής αύξησης των ρύπων (μόλυνση του περιβάλλοντος) που λειτουργούν ως αλλεργιογόνα.

Οι αλλεργίες προσβάλλουν 35% των Ευρωπαίων πολιτών και είναι η έκτη αιτία χρόνιας νόσου. Περίπου 5%-10% των Ελλήνων υποφέρουν από άσθμα. Το άσθμα είναι η πρώτη αιτία σχολικής απουσίας και η τέταρτη κατά σειρά αιτία απουσίας από την εργασία. Στις ΗΠΑ το άσθμα είναι αιτία θανάτου για 5000 ασθενείς το έτος. Η αλλεργική ρινίτιδα είναι η ποιο συχνή χρόνια νόσος στα παιδιά. Η ατοπική δερματίτιδα (έκζεμα) έχει αυξηθεί στα 10%-12% του πληθυσμού στην Ευρώπη.


Διάγνωση
Το λεπτομερές ιστορικό του ασθενή με την περιγραφή των συμπτωμάτων είναι το πιο βασικό μέσο διάγνωσης, που συμπληρώνεται με τον έλεγχο της πνευμονικής λειτουργίας και εξέταση για την αναζήτηση και ταυτοποίηση των υπεύθυνων αλλεργιογόνων. Οι εξετάσεις γίνονται με δερματικά τεστ ή στο αίμα και αποσκοπούν στον προσδιορισμό ειδικών αντισωμάτων (ανοσοσφαιρίνες Ε) εναντίον των αλλεργιογόνων.

Μερικές φορές χρειάζεται και η δοκιμασία πρόκλησης, δηλαδή δοκιμασία χορήγησης με κάποιο τρόπο της ύποπτης ουσίας κάτω από ασφαλείς συνθήκες, για τον ακριβή προσδιορισμό της υπευθυνότητας του συγκεκριμένου αλλεργιογόνου.


Αντιμετώπιση

Οι αλλεργίες είναι συχνά μακροχρόνιες καταστάσεις με υφέσεις και εξάρσεις. Αν και η ίαση δεν είναι πάντοτε εφικτή, η θεραπεία μπορεί να εξασφαλίσει σχεδόν φυσιολογική ζωή. Η αποφυγή του αλλεργιογόνου, όταν είναι εφικτή, έχει πολύ μεγάλη σημασία. Η φαρμακευτική θεραπεία είναι ιδιαίτερα σημαντική και πολλές φορές μακροχρόνια. Η ανοσοθεραπεία (εμβολιασμός) είναι αποτελεσματική σε ορισμένους ασθενείς. Προληπτικά μέτρα μπορούν να παρθούν σε ορισμένες καταστάσεις. Η εκπαίδευση του ασθενούς / περιβάλλοντος είναι απαραίτητη.

Τι θα πρέπει να γνωρίζει ο ασθενής με αλλεργία και άσθμα; Το κλειδί της επιτυχούς θεραπείας της αλλεργίας και του άσθματος είναι η πρόληψη των εξάρσεων (κρίσεων). Η ενημέρωση και η ετοιμότητα για επικοινωνία είναι τα σημαντικότερα μέσα για την πρόληψη των εξάρσεων. Η συνεργασία ασθενούς / περιβάλλοντος και του ιατρού με την υποστήριξη της πολιτείας είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη σωστή ενημέρωση, εκπαίδευση και εξοικείωση με τις αλλεργίες και το άσθμα. Για την αναζήτηση πληροφόρησης έχουν συσταθεί Οργανισμοί, Επιστημονικές Εταιρείες, σύλλογοι ασθενών και πολλά προγράμματα διεθνώς.


ΑΛΛΕΡΓΙΚΗ ΡΙΝΙΤΙΔΑ

Η αλλεργική ρινίτιδα είναι ένα από τα πιο συχνά χρόνια νοσήματα. Πρόκειται για το αποτέλεσμα της ευαισθητοποίησης του οργανισμού σε ουσίες που αποκαλούνται αεροαλλεργιογόνα. Η αλλεργική ρινίτιδα μπορεί να είναι εποχική (μόνο την άνοιξη), ολοετής ή ολοετής με εποχική επιδείνωση.

 

 

 

 

Η αλλεργική ρινίτιδα είναι μία πολύ συνηθισμένη πάθηση, καθώς αφορά στο 1/4 του πληθυσμού. Η αιτία της είναι η υπεραντίδραση του οργανισμού σε κάποιες ουσίες, με συνήθεις “υπαίτιους» ορισμένα φυτά. Πόσο αλήθεια, όμως, είναι ότι το πρόβλημα εμφανίζεται μόνο την άνοιξη και πώς μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε;

Η εποχική, επίσης, μέσω ρινικής υπεραντιδραστικότητας ή κεκτημένης αποκοκκίωσης σιτευτικών κυττάρων (priming effect) μπορεί σταδιακά να επεκταθεί σε όλο το έτος. Η αλλεργική ρινίτιδα αφορά στο 25% του γενικού πληθυσμού. Μπορεί να είναι επίμονη (περισσότερο από τέσσερις ημέρες την εβδομάδα, περισσότερο από τέσσερις ώρες την ημέρα) ή διαλείπουσα.

Επίσης, μπορεί να είναι ήπια ή σοβαρή, όταν προκαλεί διαταραχές στις φυσικές δραστηριότητες, στον ύπνο ή στην εργασία.


Γιατί συμβαίνει:

Είναι η κλινική έκφραση μιας υπερβολικής και λανθασμένης εκτίμησης του ανοσοποιητικού συστήματος έναντι “αβλαβών” ουσιών που αναγνωρίζονται ως παράσιτα, με αποτέλεσμα την παραγωγή αντισωμάτων IgE, τα οποία επικάθονται στην επιφάνεια των σιτευτικών κυττάρων (βασεόφιλων των ιστών).

Όσο εξελίσσεται αυτό το φαινόμενο, ο ασθενής δεν εκδηλώνει συμπτώματα (φάση ευαισθητοποίησης). Σε κάποιο σημείο ο ασθενής μεταπίπτει από τη φάση της ατοπίας σε αυτήν της αλλεργίας, με αποτέλεσμα τα αλλεργιογόνα τα οποία εισπνέει να οδηγούν, πλέον, μέσω των επιτόπων που αποκαλύπτουν, στη γεφύρωση των αντισωμάτων και στην αποκοκκίωση των σιτευτικών κυττάρων. Τότε εκδηλώνει πλέον συμπτώματα (εκτελεστική φάση).

Η αποκοκκίωση οδηγεί στην απελευθέρωση προσχηματισθέντων (ισταμίνη, τρυπτάση) και νεοσχηματισθέντων (προσταγλανδίνες, λευκοτριένια) μεσολαβητών που έχουν ως όργανα-στόχους τους βλενογόννους της ρινός, των επιπεφυκότων και των αεραγωγών (βρόγχων).

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η αλλεργική ρινίτιδα αφενός πολύ συχνά συνοδεύεται από επιπεφυκίτιδα και αφετέρου εξελίσσεται σε άσθμα.

Τα συχνότερα αεροαλλεργιογόνα είναι τα αγρωστώδη (πάνω από 600 είδη στον ελλαδικό χώρο), η παριετάρια (περδικάκι), η ελιά, τα ακάρεα της οικιακής σκόνης, οι μύκητες Alternaria, Cladosporium, τα επιθήλια της γάτας και του σκύλου (ολοετή).

Λιγότερο συχνά είναι το χηνοπόδιο, το κυπαρίσσι, το πεντάνευρο, η αρτεμισία και το πεύκο.


Τα συμπτώματα και η διάγνωση

Τα συμπτώματα της αλλεργικής ρινίτιδας είναι η καταρροή, η συμφόρηση, οι πταρμοί, ο κνησμός στη ρίνα, στη μαλθακή υπερώα. Οι επιπεφυκότες εμφανίζουν δακρύρροια, κνησμό, ερυθρότητα. Το 30% των ασθενών με αλλεργική ρινίτιδα θα εμφανίσει άσθμα.

Αυτό, επίσης, θα είναι αρχικά εποχικό ή διαλείπον, όμως είναι πιθανό έπειτα από κάποιο χρονικό διάστημα να εξελιχθεί σε ολοετές και επίμονο. Τα κυριότερα συμπτώματα του άσθματος είναι ο βήχας, η δύσπνοια, το βάρος στο στήθος και ο συριγμός.

Ο ασθενής με άσθμα εμφανίζει νυκτερινές αφυπνίσεις, ενώ πριν εδραιωθεί μια τέτοια κλινική εικόνα παρουσιάζει πιθανώς βρογχική υπεραπαντητικότητα, η οποία εκδηλώνεται ως βήχας στην παρατεταμένη ομιλία, στο γέλιο, στις φωνές, στην εισπνοή ψυχρού αέρα, έπειτα από κοινό κρυολόγημα.

Η διάγνωση της αλλεργικής ρινίτιδας γίνεται με βάση το ιστορικό, την αντικειμενική εξέταση (ρινοσκόπηση) και τη διενέργεια δερματικών δοκιμασιών διά νυγμού (skin prick tests), με ειδικά διαμορφωμένα εκχυλίσματα που περιέχουν τα υπεύθυνα αλλεργιογόνα.

Οι δερματικές δοκιμασίες διά νυγμού είναι απολύτως ασφαλείς, ανώδυνες και αξιόπιστες.

Πολλές φορές τα tests πρέπει να υποστηριχθούν από ανίχνευση ειδική έναντι των υπεύθυνων αλλεργιογόνων IgE μέσω εξέτασης αίματος. Ο συνδυασμός του ιστορικού του ασθενούς με τις εξετάσεις οδηγεί στη διάγνωση. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί το θέμα της υποκλινικής ευαισθησίας.
Δε σημαίνει ότι όταν ο ασθενής είναι θετικός στις εξετάσεις του αίματος ή στα skin prick tests είναι αυτομάτως και αλλεργικός σε αυτά. Είναι απαραίτητη η κλινική συσχέτιση των αποτελεσμάτων με τα συμπτώματα.


Η αντιμετώπιση

Ο τρόπος αντιμετώπισης της αλλεργίας βασίζεται στο τρίπτυχο “αποφυγή, φαρμακευτική θεραπεία, ανοσοθεραπεία”. Η αποφυγή είναι θεραπευτικό όπλο μόνο στα αλλεργιογόνα που προέρχονται από επιθήλια ζώων και ημίμετρο στην αντιμετώπιση της αλλεργίας των ακάρεων.

Όσον αφορά στην αντιμετώπιση των γύρεων, η αποφυγή είναι... ουτοπική.

Η φαρμακοθεραπεία γίνεται μέσω της αντιισταμινικής αγωγής, των ρινικών στεροειδών και των αντιλευκοτριενίων. Τα εν λόγω σκευάσματα είναι απολύτως ασφαλή, αλλά δεν τροποποιούν τη φυσική πορεία της νόσου, σε αντίθεση με την ανοσοθεραπεία.

Η ανοσοθεραπεία είναι η ιατρική πράξη χορήγησης σταδιακά αυξανόμενων δόσεων παράγωγου αλλεργιογόνου σε έναν ασθενή, με σκοπό τη βελτίωση ή την εκρίζωση των συμπτωμάτων που οφείλονται σε αυτό.


Πόσο διαρκεί η θεραπεία;

Τα κύρια ερωτήματα είναι κατά πόσον μετά τη διακοπή της ανοσοθεραπείας το αποτέλεσμα παραμένει, εάν η ανοσοθεραπεία αποτρέπει την εξέλιξη της ρινίτιδας σε άσθμα και επίσης κατά πόσον η ανοσοθεραπεία σε ένα αλλεργιογόνο αποτρέπει την ευαισθητοποίηση σε άλλα.

Οι μελέτες που υπάρχουν στη διάθεσή μας απαντούν καταφατικά σε όλα αυτά τα ερωτήματα, με συνέπεια να γνωρίζουμε σήμερα ότι η ενέσιμη ανοσοθεραπεία επάγει ανοσιακή και κλινική ανοχή, έχει μακροχρόνια αποτελεσματικότητα και τροποποιεί τη φυσική πορεία της νόσου.

Συμπερασματικά, η αλλεργική ρινίτιδα πρέπει να αντιμετωπίζεται έγκαιρα πριν αυτή εξελιχθεί χρονικά και ανατομικά.


ΑΛΛΕΡΓΙΕΣ (γενικά)

Τις τελευταίες δεκαετίες καταγράφεται παγκόσμια ραγδαία αύξηση των αλλεργικών αντιδράσεων, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται η ποιότητα ζωής αρκετών ανθρώπων και σε ακραίες καταστάσεις να κινδυνεύει ακόμα και η ίδια η ζωή τους. Υπολογίζεται δε ότι το 25-30% του πληθυσμού παγκόσμια υποφέρει από αλλεργίες.

 

 

Η αλλεργία είναι σύνθετη λέξη και προέρχεται από το συνδυασμό των λέξεων «άλλο + έργο». Ο πρώτος που πρότεινε τον όρο αυτό ήταν ο Αυστριακός παιδίατρος Clemens von Pirquet, ο οποίος παρατήρησε το 1905 ότι κατά την επαναχορήγηση ετερόλογων ορών, ορισμένα άτομα αντί ανοσίας εμφάνιζαν ορονοσία. Δηλαδή, το ανοσοποιητικό τους σύστημα αντί να εμφανίζει τη φυσιολογική δραστηριότητα για την οποία έχει ταχθεί από τη φύση να εμφανίζει, δηλαδή φύλαξη του οργανισμού (ανοσία), εμφάνιζε α-φύλαξη (αναφυλαξία), δηλαδή άλλο έργο (αλλεργία).

 

 

 


Τι είναι αλλεργία;

Επομένως, αλλεργία χαρακτηρίζεται κάθε ανώμαλη ή υπερβολική αντίδραση (υπερευαισθησία) του ανοσοποιητικού συστήματος του οργανισμού σε ουσίες οι οποίες, υπό φυσιολογικές συνθήκες, ΔΕΝ είναι επικίνδυνες ή βλαβερές για τον οργανισμό, όπως γύρεις δένδρων και φυτών, πρωτεΐνες τροφίμων κ.λπ. Οι ουσίες αυτές μπορεί να εισέλθουν στο σώμα μέσω της εισπνοής, της κατάποσης, ή με την επαφή στο δέρμα. Οι ουσίες που προκαλούν αυτές τις αντιδράσεις ονομάζονται αλλεργιογόνα.


Μηχανισμός δράσης

Τα φυσιολογικά άτομα ανέχονται την επαφή του οργανισμού με αυτά τα αλλεργιογόνα χωρίς το ανοσοποιητικό τους σύστημα να αντιδρά. Παρουσιάζει δηλαδή ανοσολογική ανοχή. Η ανοσολογική ανοχή είναι απαραίτητη, διότι ο οργανισμός μας είναι υποχρεωμένος να έρχεται σε επαφή με συστατικά που δεν έχουν την ίδια σύσταση με τα δικά του και συνεπώς το ανοσοποιητικό μας σύστημα να ανέχεται αυτή την επαφή χωρίς να αντιδρά, επειδή τα ξένα συστατικά είναι τις περισσότερες φορές χρήσιμα. Για παράδειγμα, εάν δεν υπήρχε το φαινόμενο της ανοσολογικής ανοχής, τότε δεν θα μπορούσαμε να φάμε ζωικές ή φυτικές πρωτεΐνες.

Στα αλλεργικά άτομα υπάρχει διαταραχή αυτής της ανοσολογικής ανοχής σε κάποιες από τις ξένες πρωτεΐνες, με αποτέλεσμα όταν αυτές εισέλθουν στον οργανισμό το ανοσοποιητικό σύστημα να υπεραντιδρά και να προκαλείται βλάβη σε κάποιους ιστούς ή όργανα του οργανισμού.

Το ανοσοποιητικό σύστημα των αλλεργικών ατόμων, την πρώτη φορά που έρχεται σε επαφή με κάποιο αλλεργιογόνο, το αναγνωρίζει, το απομνημονεύει, επειδή το θεωρεί επικίνδυνο και βλαβερό για τον οργανισμό και παράγει αντισώματα, τις ειδικές ανοσοσφαιρίνες Ε (IgE), οι οποίες είναι ειδικά σχεδιασμένες να αντιμετωπίζουν και να εξουδετερώνουν το συγκεκριμένο αλλεργιογόνο.

Αυτές οι ανοσοσφαιρίνες συνδέονται σε ειδικές θέσεις (υποδοχείς) πάνω στην κυτταρική μεμβράνη συγκεκριμένων κυττάρων του οργανισμού, τα οποία περιέχουν ποικιλία ουσιών μεταξύ των οποίων και ισταμίνη.

Κάθε φορά που το ίδιο αλλεργιογόνο εισέρχεται στον οργανισμό του ευαισθητοποιημένου ατόμου, το ανοσοποιητικό του σύστημα το θυμάται και αντιδρά, άμεσα, με απελευθέρωση χημικών ουσιών, όπως για παράδειγμα ισταμίνης, από τα ειδικά κύτταρα που φέρουν στην επιφάνειά τους τις ανοσοσφαιρίνες IgE και οι οποίες ευθύνονται για την πρόκληση των συμπτωμάτων της αλλεργίας.

Τα αλλεργικά άτομα είναι γενετικά προγραμματισμένα να παράγουν πληθώρα IgE αντισωμάτων εναντίον διαφόρων αλλεργιογόνων (τροφικών και περιβαλλοντικών).

Παρά το γεγονός ότι ο τρόπος με τον οποίο το ανοσοποιητικό σύστημα των αλλεργικών ατόμων αντιδρά στα αλλεργιογόνα είναι βασικά ο ίδιος, τα συμπτώματα μπορεί να διαφέρουν (π.χ. φτάρνισμα, βήχας, άσθμα, φαγούρα, εξάνθημα), να αφορούν άλλα μέρη του σώματος (πχ. μάτια, μύτη, δέρμα, πνεύμονες) και να ποικίλουν σε βαρύτητα από άτομο σε άτομο.

Όταν λέμε ότι ένα άτομο είναι ευαισθητοποιημένο σε κάποιο αλλεργιογόνο, εννοούμε ότι το ανοσοποιητικό του σύστημα έχει έλθει σε επαφή με το αλλεργιογόνο, το έχει απομνημονεύσει, έχει κατασκευάσει IgE αντισώματα και είναι έτοιμο να αντιδράσει μόλις το αλλεργιογόνο έρθει σε επαφή ξανά με τον οργανισμό του.


Συμπτώματα

Οι αλλεργικές αντιδράσεις είναι άμεσες, εκδηλώνονται δηλαδή μέσα σε μερικά λεπτά μέχρι και 2 περίπου ώρες από την επαφή με το αλλεργιογόνο.

Η δράση του ανοσοποιητικού συστήματος εκδηλώνεται με ένα ευρύ φάσμα κλινικών συμπτωμάτων με ποικίλη ένταση και περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων εξανθήματα, οιδήματα, φαγούρα, κνίδωση, έκζεμα, δερματίτιδα, επιπεφυκίτιδα, κοκκινισμένα και ερεθισμένα μάτια, άσθμα, ρινίτιδα, δύσπνοια, βήχα, φτάρνισμα, μπούκωμα, καταρροή, αγγειοοίδημα, ναυτία, εμετό και διάρροια, ενώ σε σοβαρότερες περιπτώσεις μπορεί να προκαλέσουν ακόμη και αναφυλαξία (αναφυλακτικό σοκ), η οποία είναι μία γενικευμένη αντίδραση στην οποία συμμετέχουν πολλά ζωτικά όργανα του οργανισμού.


Κληρονομικότητα ή περιβάλλον

Έχει παρατηρηθεί τις τελευταίες δεκαετίες μία δραματική αύξηση των αλλεργικών παθήσεων στις λεγόμενες κοινωνίες «Δυτικού τύπου». Σε μερικές αλλεργικές παθήσεις η αύξηση της συχνότητας είναι εντυπωσιακή, αφού έχει διπλασιασθεί ή και τετραπλασιασθεί αυτή η συχνότητα μέσα σε διάστημα 20-30 ετών. Μία τέτοια αύξηση είναι απίθανο να οφείλεται μόνο σε αλλαγή του γενετικού υποστρώματος (κληρονομική προδιάθεση) και οι αιτίες αναζητούνται, πλέον, σε μεταβολές των περιβαλλοντικών συνθηκών. Διάφορες έρευνες έχουν δείξει ότι η κληρονομική προδιάθεση κληρονομείται με τρόπο σύνθετο και αυτό που παρεμβαίνει καθοριστικά στην εκδήλωση ή όχι της αλλεργικής νόσου είναι το περιβάλλον.


Ποιες ουσίες προκαλούν αλλεργίες;

Οι ουσίες που προκαλούν αλλεργικές αντιδράσεις λέγονται αλλεργιογόνα και αυτά μπορεί να είναι Τροφικά ή Περιβαλλοντικά. Στα συχνότερα τροφικά αλλεργιογόνα που εμπλέκονται στις αλλεργίες συμπεριλαμβάνονται τα γαλακτοκομικά προϊόντα, αυγά, ξηροί καρποί, οστρακοειδή, δημητριακά, φράουλες, ντομάτα, σόγια κ.λπ. Στα δε συχνότερα περιβαλλοντικά αλλεργιογόνα συμπεριλαμβάνονται οι γύρεις των φυτών και δένδρων, γρασίδια, ακάρεα σκόνης σπιτιού, μύκητες, δηλητήρια εντόμων και κατοικίδια ζώα.

 

 

Επιβαρυντικοί παράγοντες

 

 

 

Παράγοντες που συμβάλλουν στην εκδήλωση μίας αλλεργικής αντίδρασης θεωρούνται οι πιο κάτω:

  • Οι λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, όπως η ιγμορίτιδα αλλά και τα κρυολογήματα.
  • Οι καιρικές συνθήκες, όπως η απότομη αλλαγή της θερμοκρασίας, ο κρύος αέρας και η υγρασία.
  • Η ατμοσφαιρική ρύπανση εσωτερικού και εξωτερικού χώρου, όπως καυσαέρια, ρύποι εργοστασίων και αυξημένη χρήση κλιματιστικών συσκευών.
  • Η διατροφή, όπου πέραν των συγκεκριμένων τροφικών αλλεργιογόνων στα οποία το άτομο παρουσιάζει αλλεργία, επιπρόσθετα μία κακή διατροφή μπορεί να επιτείνει το πρόβλημα. Οι τροφές που καταναλώνουμε έχουν αλλάξει τα τελευταία χρόνια, όσον αφορά τη σύσταση, τη συντήρηση και την επεξεργασία τους με την προσθήκη διαφόρων ουσιών, όπως συντηρητικών, χρωστικών και των διαφόρων πρόσθετων (τα γνωστά Ε) των τροφίμων, καθώς και την με πρόσθεση των γενετικώς τροποποιημένων τροφίμων. Επιπλέον, θα πρέπει να διευκρινιστεί, στην περίπτωση αυτή, κατά πόσον πρόκειται για Τροφική Αλλεργία (αντισώματα IgE) ή Τροφική Δυσανεξία (αντισώματα IgG).
  • Διάφορες χημικές ουσίες, όπως απορρυπαντικά, σπρέι, διάφορα καλλυντικά και αρώματα, καθώς και οι σκόνες στο περιβάλλον και οι οσμές της κουζίνας.
  • Το κάπνισμα, όπου το παθητικό κάπνισμα ευθύνεται για την εκδήλωση αλλεργίας και βρογχικού άσθματος σε μεγάλο αριθμό παιδιών.
  • Διάφοροι ψυχολογικοί παράγοντες, όπως είναι οι έντονες συγκινήσεις, η υπερβολική χαρά και λύπη, ο θυμός και το άγχος.
  • Η «υπόθεση της υγιεινής», η οποία ξεκίνησε στο τέλος της δεκαετίας του 80 και υποστηρίζει ότι τα σημερινά παιδιά, επειδή έχουν μειωμένες πιθανότητες μικροβιακών λοιμώξεων στα πρώτα χρόνια της ζωής τους, λόγω της βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου, έχουν αυξημένες πιθανότητες να εμφανίσουν αλλεργία επειδή το ανοσοποιητικό τους σύστημα δεν αναπτύσσεται φυσιολογικά και «εκπαιδεύεται» να αντιδρά με «αλλεργικό τρόπο», δηλαδή να παράγει τα IgE αντισώματα, αντί τα αντισώματα IgG όπως στην περίπτωση της επαφής με τα μικρόβια.
  • Ο μητρικός θηλασμός θεωρείται ότι δρα προστατευτικά στην εκδήλωση αλλεργικών παθήσεων. Οι σημερινές μητέρες έχουν ελάχιστο χρόνο και παρά τις καλές προθέσεις δεν θηλάζουν τα παιδιά τους τόσο, όπως γινόταν σε παλαιότερες εποχές.


Πώς αντιμετωπίζεται η αλλεργία;
Η αλλεργία αντιμετωπίζεται βασικά με 2 τρόπους:

  • Απομάκρυνση – αποφυγή αλλεργιογόνου

Εφόσον διαγνωσθεί το αίτιο (αλλεργιογόνο), η απομάκρυνση και η αποφυγή του είναι το πιο αποτελεσματικό μέτρο, αλλά δεν είναι πάντοτε εφικτό. Σε κάποιες περιπτώσεις η πλήρης αποφυγή του αλλεργιογόνου είναι αδύνατη (π.χ. αερομεταφερόμενες γύρεις), ενώ σε άλλες περιπτώσεις η απομάκρυνση του αλλεργιογόνου μπορεί να δημιουργήσει μεγαλύτερα προβλήματα από όσα καλείται να λύσει (π.χ. απομάκρυνση αγαπημένων κατοικίδιων ζώων). Συχνά όμως είναι δυνατή η πλήρης αποφυγή του αλλεργιογόνου ή τουλάχιστον η μείωση της έκθεσης σ’ αυτό (π.χ. αποφυγή συγκεκριμένων τροφίμων - απορρυπαντικών, λήψη μέτρων για μείωση του επιπέδου των ακάρεων της οικιακής σκόνης).


  • Φαρμακευτική αγωγή

 

Σήμερα υπάρχουν διαθέσιμα αρκετά αποτελεσματικά φάρμακα για τις αλλεργίες, η σωστή χρήση των οποίων εξασφαλίζει, στις περισσότερες περιπτώσεις, έλεγχο των συμπτωμάτων και άριστη ποιότητα ζωής.

Τα κυριότερα φάρμακα είναι αντισταμινικά, αποσυμφορητικά, βρογχοδιασταλτικά, αντιφλεγμονώδη, αδρεναλίνη και ανοσοθεραπεία (αντί- IgE θεραπεία).

Η μέθοδος της ανοσοθεραπείας στοχεύει στο αίτιο της αλλεργίας, δηλαδή το υπεύθυνο αλλεργιογόνο. Αυτή τροποποιεί την αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος, με ειδικά «αλλεργικά εμβόλια», ώστε να μην εκλαμβάνει πλέον τις αλλεργιογόνους ουσίες ως απειλητικές και να μην υπεραντιδρά σε αυτές με τα γνωστά αλλεργικά συμπτώματα.


Διάγνωση αλλεργίας

Ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία για τη διάγνωση της αλλεργίας είναι το ιστορικό του ασθενούς, αφού έτσι μπορεί ο ειδικός ιατρός να υποπτευθεί πότε και πού ο ασθενής εμφανίζει τα συμπτώματα. Συχνά δεν αναζητείται μόνο ένα αίτιο, αλλά ένα πλήθος από παράγοντες που μπορεί να ευθύνονται για τα συμπτώματα τα οποία δεν είναι ειδικά της αλλεργίας και μπορεί να οφείλονται και σε άλλες παθήσεις, όπως π.χ. Τροφική Δυσανεξία.

Έτσι, αφού προσδιοριστεί ότι υπάρχουν πιθανότητες ένας ασθενής να είναι αλλεργικός και αφού εντοπιστούν οι πιθανές αιτίες που μπορεί να προκαλούν την αλλεργία, ακολουθεί η επαλήθευση-επιβεβαίωση με ειδικές εξετάσεις.



Σήμερα, η εργαστηριακή ιατρική διαθέτει βασικά 2 μεθόδους διάγνωσης της αλλεργίας. Τη δερματική εξέταση (Skin-Prick Test) και τις ειδικές εξετάσεις αίματος για τον ποσοτικό προσδιορισμό των ειδικών αντισωμάτων IgE που υπάρχουν στα διάφορα αλλεργιογόνα.

Επικοινωνία

ΙΑΤΡΕΙΟ: Εγνατία 95, Θεσσαλονίκη
Τηλ.: 2310 237 337